Η Δε Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα

 

Η Δε Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα

Ο Αντώνης Κοκοβίκος, διευθυντικό στέλεχος υπουργείου, ζούσε επί δέκα και πλέον χρόνια με μια φτωχή και αγράμματη γυναίκα, την Ελένη. Αυταρχικός και σατράπης καθώς ήταν, της συμπεριφερόταν σαν να είναι σκλάβα, αποφεύγοντας να τη γνωρίσει ακόμα και στους φίλους του. Εκείνη υπέμενε αγόγγυστα τα πάνδεινα, φροντίζοντας, αγαπώντας και υπακούοντας τον Αντωνάκη της. Στην κηδεία του φίλου του, ο Αντώνης υποχρεώνεται να συστήσει την Ελένη στους φίλους του. Οι σύζυγοι των τελευταίων εκτιμούν αμέσως τα προσόντα της Ελένης. Όλοι τώρα πιέζουν τον Αντώνη να παντρευτεί το χρυσό κορίτσι, πράγμα που γίνεται. Αμέσως μετά το γάμο, ο Αντώνης διαπιστώνει ότι τώρα η Ελένη έχει απαιτήσεις. Δεν είναι πια αυτή που ήταν, πράγμα που τον εξοργίζει πολύ και τον κάνει να επιθυμεί τη διάλυση του γάμου. Η Ελένη ζητάει διαζύγιο αλλά αρνείται να δεχτεί την πλουσιοπάροχη διατροφή που της επιδικάζουν τα δικαστήρια. Μετά από αρκετά χρόνια, οι δύο πρώην σύζυγοι ξανασυναντιούνται στο παλιό τους σπίτι, το οποίο τώρα κατεδαφίζεται προκειμένου να δοθεί αντιπαροχή για ανέγερση πολυκατοικίας. Οι αναμνήσεις τούς κατακλύζουν αναπάντεχα κι αποφασίζουν να δώσουν στη σχέση τους μια δεύτερη ευκαιρία. 1965
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Γιώργος Τζαβέλλας
ΣΕΝΑΡΙΟ Γιώργος Τζαβέλλας
ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΟΥΝ Μάρω Κοντού, Γιώργος Κωνσταντίνου
ΠΑΙΖΟΥΝ ΑΚΟΜΑΔέσπω Διαμαντίδου, Σταύρος Ξενίδης, Κατερίνα Γώγου, Δημήτρης Καλλιβωκάς, Λίλη Παπαγιάννη, Νίκος Φιλιππόπουλος, Καίτη Λαμπροπούλου, Νάσος Κεδράκας, Τασσώ Καββαδία, Κώστας Δούκας, Δέσποινα Νικολαΐδου, Λουκιανός Ροζάν, Μπέτυ Μοσχονά, Άγγελος Αντωνόπουλος, Γιώργος Τζιφός, Γιώργος Ρώης, Ντόρα Αναγνωστοπούλου, Θόδωρος Κεφαλόπουλος, Μίκα Φλωρά, Δημήτρης Κούκης, Λόλα Μαζαράκη, Τζένη Ζαχαροπούλου, Άρης Χρυσοχόου, Γιάννης Ιωαννίδης, Τάκης Παναγιωτόπουλος, Φρίξος Νάσου

δείτε όλα τα σχετικά posts

 

-Άσε, θα του το πω εγώ. Εγώ είμαι στρατιωτικός και τα λέω τσεκουράτα.
-Με τρόπο.
-Ξέρω. Δε μου λες, Αντώνη… έχεις καιρό να δεις τον Μιχαλάκη;
-Από προχθές.
-Ε, άμα τον ξαναδείς, να μου γράψεις. Ο Μιχαλάκης τα τίναξε.
-Αυτό που σου λέω
-Αυτό που σου λέω εγώ.
-Σύνελθε Ελένη.
-Σύνελθε εσύ, Αντωνάκη.
-Πρόσεχε, γιατί εγώ είμαι παλάβρας. Δε λογαριάζω τίποτα. Παίρνω αυτή τη
στιγμή το καπελάκι μου και φεύγω.
-Τώρα, πάρ’ το και φύγε. Άκουσε Αντωνάκη μου… δέκα χρόνια μ’ έπρηξες «παίρνω το καπελάκι μου» και
«παίρνω το καπελάκι μου». Αν έχεις υπόψη σου, την ημέρα του γάμου μας, που νόμιζα κι εγώ ότι όλα θα αλλάξουν, να μου την κάνεις μαύρη, ε, λοιπόν πάρε το καπελάκι σου και ώρα καλή στην πρύμνη σου και αγέρα στα πανιά σου.
-Αααααα, με καπέλωσε. ΦΕΥΓΩ…! ΦΕΥΓΩ…!

 

Δείτε το

Σχολιάστε